Αργυρόπουλος Ιωάννης

Από Μακεδονομάχοι
Ιωάννης Αργυρόπουλος
Ιωάννης Αργυρόπουλος
Αργυρόπουλος Ιωάννης.jpg
α/α100093
ΕπώνυμοΑργυρόπουλος
ΌνομαΙωάννης
Πόλη καταγωγήςΒογατσικό
Νομός καταγωγήςΚαστοριάς
Ημερομηνία Γέννησεως1852
Τόπος θυσίαςΚλεισούρα Καστοριάς
Ημερομηνία θυσίας20 Ιανουαρίου 1920
ΠατρώνυμοΚωνσταντίνος Μπούρδας
ΜητέραΑγνή Σιμώτα
Αδέλφια (συνολικά)4
ΣύζυγοςΑσπασία Παπαπέτρου
Τέκνα (αριθμός)5
Ιδιότητα ΜακεδονομάχουΠράκτορας Β' τάξεως


Αργυρόπουλος Ιωάννης (1852 - Ιανουαρίου 20, 1920) Εργαστήκε σαν Ιατρός. Η ιδιότητα του στον αγώνα ήταν Πράκτορας Β' τάξεως.

Βιογραφικό

Ο Ιωάννης γεννήθηκε το 1852 στο Βογατσικό της Καστοριάς. Ήταν το δεύτερο παιδί από τα τέσσερα παιδιά του Κωνσταντίνου Μπούρδα και της Αγνής, το γένος Γ. Σιμώτα.

Φοίτησε σε ελληνικό Δημοτικό σχολείο του Βογατσικού και στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα, όπου συνέχισε στο Γυμνάσιο και σπούδασε Ιατρική, με τη βοήθεια του αδελφού του, του Αργυρίου, που είχε εγκατασταθεί εκεί. Ο τελευταίος μάλιστα είχε αναλάβει την επιμέλειά του, διότι ο πατέρας του είχε δολοφονηθεί στη Πλεύνα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Έτσι ο Ιωάννης, όντας ευγνώμων προς τον αδελφό του, άλλαξε το οικογενειακό του επώνυμο Μπούρδας σε Αργυρόπουλος.

Έπειτα, εγκαταστάθηκε στη Κλεισούρα Καστοριάς για να εξασκήσει το επάγγελμά του, ενώ αγωνιζόταν κατά της ρουμανικής προπαγάνδας, που θέριζε τον τόπο. Το 1886 παντρεύτηκε τη κόρη του ντόπιου ιεροψάλτη Πέτρου Παπαπέτρου και της Μαρίας Δούκα – Ζιούμου, Ασπασία και το 1887 απόκτησε το πρώτο του γιό, τον Κωνσταντίνο. Ακολούθησαν μετά ο Χαρίλαος, ο Γεώργιος, ο Μιλτιάδης και η στερνή κόρη του η Ιφιγένεια. Συνολικά απέκτησε πέντε παιδιά.

Λόγω της εθνικής του δράσης οι Ρουμάνοι τον συκοφάντησαν στους Τούρκους, πετυχαίνοντας έτσι τη σύλληψή του και τη φυλάκισή του μαζί με άλλους δεκαπέντε Κλεισουριώτες προκρίτους. Τελικά, αφού ανακρίθηκε στο Μοναστήρι, αποδείχτηκε η αθωότητά του κι αφέθηκε ελεύθερος, συνεχίζοντας με θάρρος τον αγώνα του. Όμως μια σύγκρουση που είχε με τους Ρουμανίζοντες, στη προσπάθειά του να τους αποτρέψει από το να καταλάβουν μια Ορθόδοξη Εκκλησία της Κλεισούρας, έγινε η αφορμή να συλλαμβάνεται, ν’ ανακρίνεται και να φυλακίζεται συχνά. Κι όταν γινόταν αυτό, οι Κλεισουριώτες του έλεγαν:

– Πάλι γιατρέ, σε φέρανε;

Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δε στάθηκε ικανό να τον εμποδίσει στην εθνική του δράση. Το 1890 όταν ένας Ρουμανίζων φοιτητής θέλησε να τον δωροδοκήσει ώστε να τα παρατήσει όλα και να φύγει για τη Θεσσαλονίκη, αφού τον άκουσε με προσοχή και αρνήθηκε τις δωροδοκίες, του απάντησε: – Σὲ ἄκουσα μὲ προσοχὴν εἰς ὅσα μοῦ ἀνέπτυξες, ἀλλὰ εἶμαι Ἕλλην καὶ θὰ ἐξακολουθήσω μὲ περισσότερον φανατισμὸν τὸν ἀγώνα μου ἐναντίον τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας

Παράλληλα, στις αρχές του Μακεδονικού αγώνα, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αρχίσει και τον αγώνα κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων, των οποίων η προπαγάνδα και η βία είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται εκείνα τα χρόνια, με το πρόσχημα την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους ενώ στη πραγματικότητα εννοούσε τη προσάρτησή της στη Βουλγαρία. Ο γιατρός συνεργάστηκε στενά με τον Ίωνα Δραγούμη στο Μοναστήρι και το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Έγραψε και υπόμνημα με σκοπό να το στείλει στην Ελληνική κυβέρνηση στο οποίο επισήμανε τον κίνδυνο που διέτρεχε ο τόπος του τόσο από τους Βουλγάρους όσο κι απ’ τους Ρώσους, που στήριζαν τους πρώτους. Δυστυχώς ξέχασε να στείλει με μυστικότητα το υπόμνημα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί πάλι από τους Τούρκους. Ευτυχώς, κατά την ανάκρισή του, κατάφερε να πείσει τους Τούρκους ότι οι Βουλγάροι ήταν εχθροί τόσο αυτών όσο και των Ελλήνων, κάτι που τους έκανε να του πουν:

– Μπράβο, Έλληνα!

Στις 20 Ιουλίου 1903, ο γενίτσαρος αρχικομιτατζής Τσακαλάρωφ, αφού κατέλαβε τη Κλεισούρα, ζήτησε από όλους τους εύπορους κατοίκους να χορηγήσουν για το σώμα του χρήματα και όπλα. Ο Αργυρόπουλος έλειπε εκείνη τη μέρα για τα λουτρά στη Λαγκαδά της Πέλλας και η σύζυγός του, η Ασπασία δήλωσε ότι εξαιτίας της απουσίας του δεν είχαν χρήματα, με αποτέλεσμα να τη περιορίσουν για μία μέρα μαζί με άλλες γυναίκες σ’ ένα δωμάτιο. Ο γιατρός, μόλις έμαθε τι είχε συμβεί, σταμάτησε τα λουτρά του και με ένοπλους χωροφύλακες γύρισε πίσω. Οι κομιτατζήδες, μόλις έμαθαν ότι ο τουρκικός στρατός θα έμπαινε στη Κλεισούρα, έφυγαν από τη πόλη. Εν όψει του κινδύνου να σφαγιαστούν οι Έλληνες της Κλεισούρας με τη κατηγορία της συμμετοχής στη ψευδεπανάσταση του Ίλιντεν, η ελληνική δημογεροντία οργάνωσε πενταμελή επιτροπή με επικεφαλής τον Αργυρόπουλο και της ανέθεσε να μεσολαβήσει στον αρχιστράτηγο Μπαχτιάρ Πασά. Πράγματι, τα πειστικά λόγια του Αργυρόπουλου έσωσαν τη Κλεισούρα, αλλά όχι όμως και τα περίχωρά της.

Τον Μάρτιο του 1904, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος φιλοξένησε στο σπίτι του τους τέσσερις αξιωματικούς, τους ανθυπολοχαγούς Παύλο Μελά και Αλέξανδρο Κοντούλη και τους λοχαγούς Αναστάσιο Παπούλα και Γεώργιο Κολοκοτρώνη. Ο γιός του ο Κωνσταντίνος, είχε ακούσει πως κατά την παραμονή των αξιωματικών στο σπίτι του Αργυρόπουλου, η Ασπασία θέρμανε το δωμάτιο, που θα κοιμόνταν οι φιλοξενούμενοι αξιωματικοί, με ένα μεγάλο μαγκάλι γεμάτο κάρβουνα. Όταν όμως η οικογένεια του Αργυρόπουλου πήγε να κοιμηθεί, ακούστηκε θόρυβος από το δωμάτιο των αξιωματικών. Ο Αργυρόπουλος άνοιξε την πόρτα του δωματίου και τι να δει! Ήταν όλοι τους ζαλισμένοι και πεσμένοι κάτω. Κατάλαβε ότι είχαν δηλητηριαστεί από τις αναθυμιάσεις της θράκας και, αφού άνοιξε τα παράθυρα, τους συνέφερε με εντριβές. Αυτό το περιστατικό έδειχνε το πόσο δύσκολο ήταν να προσαρμοστεί στις σκληρές συνθήκες της ζωής ένας καλοθρεμμένος αξιωματικός των αθηναϊκών σαλονιών.

Ο Αργυρόπουλος είχε οργανώσει στη Κλεισούρα τοπική Επιτροπή Αγώνος, η οποία, το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ορκίστηκε ενώπιον του Καραβαγγέλη, και τη μιμήθηκαν και στα χωριά Γέρμα (σημερινός Άγιος Γερμανός Καστοριάς), Λέχοβο (σημερινό Ηρωικό Φλωρίνης), τη Βλάστη και το Εμπόριο Κοζάνης. Πρόεδρός της ήταν ο ίδιος ο γιατρός Αργυρόπουλος. Λόγω του ότι στη Κλεισούρα υπήρχε ένας λόχος τουρκικού στρατού, οι αγγελιοφόροι, όταν ήθελαν να μεταφέρουν στον Αργυρόπουλο κάποια κρυπτογραφημένη αλληλογραφία, προσποιούνταν ότι ήταν άρρωστοι και έτσι πήγαιναν στο σπίτι του με ασφάλεια.

Στις 25/3/1905, λόγω της επίθεσης του Ελληνικού αντάρτικου σώματος του καπετάν Βάρδα στη Ζαγοριτσάνη (σημερινή Βασιλειάδα Καστοριάς), όπου κατοικούσαν πολλοί Βουλγαρίζοντες σχισματικοί και του γεγονότος φονεύθηκαν κατά λάθος και Ορθόδοξοι Έλληνες, οι Ρουμανίζοντες βρήκαν την ευκαιρία και δυσφήμησαν πάλι τον Αργυρόπουλο. Αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί για άλλη μια φορά ο γιατρός και να φυλακιστεί στη Καστοριά. Παράλληλα η τουρκική αστυνομία έκανε έρευνα στο σπίτι του μήπως βρει κάτι για να τον ενοχοποιήσει αλλά δε βρήκε τίποτε διότι ο μεγάλος του γιός είχε κάψει την αλληλογραφία του πατέρα του με τους Μακεδονομάχους. Καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες για την απελευθέρωση του γιατρού από μέρους των Ελλήνων. Τελικά, χάρη σ’ έναν Αλβανό φίλο του Αργυρόπουλου, η ποινή του μετατράπηκε σ’ εξορία από το Βιλαέτι του Μοναστηρίου. Αφού αποχαιρέτησε την οικογένειά του, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, όπου, χάρη στη βοήθεια των εκεί εγκαταστημένων φίλων του, άνοιξε ιατρείο στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου. Παράλληλα, συνέχισε την εθνική του δράση, έχοντας επαφές με τα ελληνικά ανταρτικά σώματα, φροντίζοντας τους τραυματισμένους Έλληνες αντάρτες και κάνοντας σχισματικούς να επανέλθουν στην Ορθοδοξία.

Το 1909 επέστρεψε στη Κλεισούρα, προσέχοντας πολύ να μην ανακατεύεται στα κοινοτικά ζητήματα, λόγω ότι ήταν υπό αστυνομική επιτήρηση. Όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Αργυρόπουλος ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής Τοπικής Διοικήσεως. Μάλιστα, όταν η Ελληνική 5η μεραρχία, ελευθέρωνε Ελληνικές πόλεις, οδεύοντας προς την απελευθέρωση του Μοναστηρίου, ο Αργυρόπουλος έστειλε επιστολή στον διοικητή της Δημήτριο Ματθαιόπουλο, στην οποία έλεγε ότι κοντά στο Εξί – Σου (σημερινό Ξινό νερό Φλωρίνης) υπήρχε η διάβαση του Κλειδίου, απ’ όπου ήταν εύκολο να χτυπήσει τη μεραρχία, τουρκικός στρατός. Δυστυχώς αγνοήθηκε προσβλητικά: «Ο γιατρός να κοιτάξει τους αρρώστους του και ταις συνταγαίς του» ήταν η απάντηση του Έλληνος διοικητού προς τη βοήθειά του. Και την ίδια, κιόλας, νύχτα τους επιτέθηκαν οι Τούρκοι, που ερχόταν απ’ τα βόρεια, ηττήθηκαν, κατέφυγαν στη Πτολεμαΐδα και θα έπαιρναν οι Τούρκοι ξανά τη Κοζάνη, αν δεν τους απέκρουαν οι υπόλοιπες ελληνικές μεραρχίες.

Μετά την απελευθέρωση, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ασχολήθηκε με το επάγγελμά του και με κοινοτικά ζητήματα. Μάλιστα πέτυχε να μεταφερθεί η έδρα του ειρηνοδικείου και ο αστυνομικός σταθμός στη Κλεισούρα, φέρνοντας ως επιχείρημα της εθνική δράση των κατοίκων της. Όλα αυτά ώσπου το Δεκέμβριο του 1919 μολύνθηκε από εξανθηματικό τύφο από έναν ασθενή του στη Βασιλειάδα Καστοριάς. Αυτή την αρρώστια την είχαν μεταφέρει τα σερβικά στρατεύματα, που είχαν υποχωρήσει σε ελληνικό έδαφος και την είχαν μεταδώσει σε πολλά χωριά εκείνης της περιοχής. Όταν εκδηλώθηκε η αρρώστια, την κατάλαβε και κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς, οι οποίοι του χορήγησαν τα καλύτερα φάρμακα αλλά τίποτα δε μπόρεσαν να του κάνουν. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος έφυγε από αυτό τον κόσμο στις 20 Ιανουαρίου 1920, αφήνοντας ως παρακαταθήκη στα παιδιά του τη γνωστή του φράση:

– Νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι ποὺ ἐγεννήθημεν Ἕλληνες.

Το Ελληνικό κράτος αναγνώρισε την εθνική του δράση, δίνοντάς του το παράσημο του Μακεδονικού αγώνος και γράφοντάς τον στις επετηρίδες των Μακεδονομάχων ως πράκτορα Β' τάξεως.

Φωτογραφίες


Βιβλιογραφία

1. (ΗΒ008) Μακεδονικός Αγών. Εκατό χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά. Πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 12 – 13 Νοεμβρίου 2004, σελ 193 – 215
2. (Ι016) Η ιστορία της Ελλάδας


Πηγές

Πηγές φωτογραφιών:
1. (Β027) Το Μεγάλο Συναξάρι, Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, χορηγός: Πέτρος Εμμ. Μάνος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών